le délice
Pronunciation
/delis/

Ορισμός και σημασία του "délice"στα γαλλικά

Le délice
[gender: masculine]
01

ευχαρίστηση, απόλαυση

grande joie ou plaisir ressenti dans une situation, un goût ou une expérience agréable
le délice definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
délices
Παραδείγματα
Partager un repas en famille est un délice.
Το να μοιράζεσαι ένα γεύμα με την οικογένεια είναι ευχαρίστηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store