le dégât
d
de
de
égât
gaa

Ορισμός και σημασία του "dégât"στα γαλλικά

01

ζημιά, βλάβη

détérioration ou destruction partielle d'un bien ou d'un lieu 
le dégât definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dégâts
Παραδείγματα
Les inondations ont causé de nombreux dégâts. 

Οι πλημμύρες προκάλεσαν πολλές ζημιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store