Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dégât
01
ζημιά, βλάβη
détérioration ou destruction partielle d'un bien ou d'un lieu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dégâts
Παραδείγματα
Les dégâts sont couverts par l' assurance.
Οι ζημιές καλύπτονται από την ασφάλεια.



























