Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dégagé
01
καθαρός, αίθριος
sans nuages, clair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dégagé
συγκριτικός βαθμός
plus dégagé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dégagé
αρσενικό πληθυντικό
dégagés
θηλυκό ενικό
dégagée
θηλυκό πληθυντικό
dégagées
Παραδείγματα
Les avions décollent facilement par temps dégagé.
Τα αεροπλάνα απογειώνονται εύκολα με καθαρό καιρό.



























