dégagé
dé
de
de
gagé
gaʒe
gazhe
dégager

Ορισμός και σημασία του "dégagé"στα γαλλικά

01

καθαρός, αίθριος

sans nuages , clair 
dégagé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus dégagé
συγκριτικός βαθμός
plus dégagé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dégagé
αρσενικό πληθυντικό
dégagés
θηλυκό ενικό
dégagée
θηλυκό πληθυντικό
dégagées
θεματικό πεδίο
météo, atmosphère, visibilité
Παραδείγματα
Le ciel est dégagé ce matin. 

Ο ουρανός είναι καθαρός σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store