Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
défendre
01
υπερασπίζομαι, προστατεύω
protéger quelqu'un ou quelque chose contre une attaque ou un danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
défends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
défendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
défendrai
ενεστώτα μετοχή
défendant
παθητική μετοχή
défendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
défendions
Παραδείγματα
Le joueur défend son équipe avec courage.
Ο παίκτης υπερασπίζεται την ομάδα του με θάρρος.
02
απαγορεύω, εμποδίζω
interdire ou empêcher quelque chose
Παραδείγματα
Il est défendu de fumer dans cette zone.
Απαγορεύεται το κάπνισμα σε αυτήν την περιοχή.
03
αμύνομαι
protéger soi-même contre une attaque ou un danger
Παραδείγματα
Il sait se défendre en cas d'agression.
Ξέρει πώς να αμύνεται σε περίπτωση επίθεσης.
04
nier ou justifier ses actions face à une accusation
Παραδείγματα
Il s'est défendu en affirmant son innocence.



























