Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déduire
01
συμπεραίνω, αποδεικνύω
tirer une conclusion logique à partir d'indices, de faits ou d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déduis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déduisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déduirai
ενεστώτα μετοχή
déduisant
παθητική μετοχή
déduit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déduisions
Παραδείγματα
Je déduis que tu n' as pas lu le message.
Συμπεραίνω ότι δεν έχεις διαβάσει το μήνυμα.
02
αφαιρώ, εκπίπτω
enlever une partie d'un montant à payer ou d'un revenu
Παραδείγματα
Nous avons déjà déduit les frais de livraison.
Έχουμε ήδη αφαιρέσει τα τέλη παράδοσης.



























