découragé
dé
de
de
cou
kʊ
koo
ragé
ʁaʒe
razhe
décourager

Ορισμός και σημασία του "découragé"στα γαλλικά

découragé
01

αποθαρρυμένος, αποκινητοποιημένος

qui a perdu l'espoir ou la motivation 
découragé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus découragé
συγκριτικός βαθμός
plus découragé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
découragé
αρσενικό πληθυντικό
découragés
θηλυκό ενικό
découragée
θηλυκό πληθυντικό
découragées
θεματικό πεδίο
émotion, état, psychologie
Παραδείγματα
Il est découragé après son échec. 

Είναι αποθαρρυμένος μετά την αποτυχία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store