décoratif
décoratif
dekɔʁatif
dekawratif
dépuratif

Ορισμός και σημασία του "décoratif"στα γαλλικά

décoratif
01

διακοσμητικός, στολιστικός

qui sert à embellir ou à orner un objet ou un lieu 
décoratif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus décoratif
συγκριτικός βαθμός
plus décoratif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
décoratif
αρσενικό πληθυντικό
décoratifs
θηλυκό ενικό
décorative
θηλυκό πληθυντικό
décoratives
Παραδείγματα
Les coussins décoratifs ajoutent de la couleur au canapé. 

Τα διακοσμητικά μαξιλάρια προσθέτουν χρώμα στον καναπέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store