Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
décoller
01
απογειώνομαι, αποσπώμαι από το έδαφος
quitter le sol en parlant d'un aéronef
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décolle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décollons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décollerai
ενεστώτα μετοχή
décollant
παθητική μετοχή
décollé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décollions
Παραδείγματα
Le drone a décollé verticalement.
Το drone απογειώθηκε κατακόρυφα.



























