décoller
Pronunciation
/dekɔle/

Ορισμός και σημασία του "décoller"στα γαλλικά

décoller
01

απογειώνομαι, αποσπώμαι από το έδαφος

quitter le sol en parlant d'un aéronef
décoller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décolle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décollons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décollerai
ενεστώτα μετοχή
décollant
παθητική μετοχή
décollé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décollions
Παραδείγματα
Le drone a décollé verticalement.
Το drone απογειώθηκε κατακόρυφα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store