coller
de
de
co
kaw
ller
le
le
décolorerdécolérerdécuplerdéballer

Ορισμός και σημασία του "décoller"στα γαλλικά

décoller
01

απογειώνομαι, αποσπώμαι από το έδαφος

quitter le sol en parlant d'un aéronef 
décoller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
décolle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
décollons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
décollerai
ενεστώτα μετοχή
décollant
παθητική μετοχή
décollé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
décollions
Παραδείγματα
L'avion décolle à 14h précises. 

Το αεροπλάνο απογειώνεται ακριβώς στις 14:00.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store