déclarer
Pronunciation
/deklaʀe/

Ορισμός και σημασία του "déclarer"στα γαλλικά

déclarer
01

δηλώνω, ανακοινώνω επίσημα

annoncer officiellement ou formellement quelque chose
déclarer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déclare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déclarons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déclarerai
ενεστώτα μετοχή
déclarant
παθητική μετοχή
déclaré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déclarions
Παραδείγματα
Le témoin déclare ce qu' il a vu au tribunal.
Ο μάρτυρας δηλώνει όσα είδε στο δικαστήριο.
02

δηλώνω τον εαυτό μου, αυτοπροσδιορίζομαι

s'affirmer ou s'identifier comme étant quelque chose
Παραδείγματα
Le groupe se déclare favorable aux changements proposés.
Η ομάδα δηλώνει ότι είναι υπέρ των προτεινόμενων αλλαγών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store