Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déclarer
01
δηλώνω, ανακοινώνω επίσημα
annoncer officiellement ou formellement quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déclare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déclarons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déclarerai
ενεστώτα μετοχή
déclarant
παθητική μετοχή
déclaré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déclarions
Παραδείγματα
Il déclare ses revenus au fisc chaque année.
Δηλώνει τα εισοδήματά του στην εφορία κάθε χρόνο.
02
δηλώνω τον εαυτό μου, αυτοπροσδιορίζομαι
s'affirmer ou s'identifier comme étant quelque chose
Παραδείγματα
Il se déclare candidat aux élections.
Αυτο-ανακηρύσσεται υποψήφιος στις εκλογές.



























