Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déclarer
01
δηλώνω, ανακοινώνω επίσημα
annoncer officiellement ou formellement quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déclare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déclarons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déclarerai
ενεστώτα μετοχή
déclarant
παθητική μετοχή
déclaré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déclarions
Παραδείγματα
Le témoin déclare ce qu' il a vu au tribunal.
Ο μάρτυρας δηλώνει όσα είδε στο δικαστήριο.
02
δηλώνω τον εαυτό μου, αυτοπροσδιορίζομαι
s'affirmer ou s'identifier comme étant quelque chose
Παραδείγματα
Le groupe se déclare favorable aux changements proposés.
Η ομάδα δηλώνει ότι είναι υπέρ των προτεινόμενων αλλαγών.



























