déclarer
déclarer
deklɑʁe
deklaare
déclinerdéclouerdéclamerdéchirer

Ορισμός και σημασία του "déclarer"στα γαλλικά

déclarer
01

δηλώνω, ανακοινώνω επίσημα

annoncer officiellement ou formellement quelque chose 
déclarer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déclare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déclarons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déclarerai
ενεστώτα μετοχή
déclarant
παθητική μετοχή
déclaré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déclarions
Παραδείγματα
Il déclare ses revenus au fisc chaque année. 

Δηλώνει τα εισοδήματά του στην εφορία κάθε χρόνο.

02

δηλώνω τον εαυτό μου, αυτοπροσδιορίζομαι

s'affirmer ou s'identifier comme étant quelque chose 
Παραδείγματα
Il se déclare candidat aux élections. 

Αυτο-ανακηρύσσεται υποψήφιος στις εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store