Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déchiré
01
σχισμένος, σκισμένος
qui présente des déchirures ou des trous dus à une rupture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus déchiré
συγκριτικός βαθμός
plus déchiré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
déchiré
αρσενικό πληθυντικό
déchirés
θηλυκό ενικό
déchirée
θηλυκό πληθυντικό
déchirées
Παραδείγματα
Le sac déchiré ne protège plus les affaires.
Η σχισμένη τσάντα δεν προστατεύει πλέον τα αντικείμενα.



























