Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déchiré
01
σχισμένος, σκισμένος
qui présente des déchirures ou des trous dus à une rupture
Παραδείγματα
Le sac déchiré ne protège plus les affaires.
Η σχισμένη τσάντα δεν προστατεύει πλέον τα αντικείμενα.



























