Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déchiqueter
01
σκίζω, κομματιάζω
déchirer ou réduire un objet ou un matériau en morceaux irréguliers ou lambeaux, souvent de manière brutale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déchiquète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déchiquetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déchiquèterai
παθητική μετοχή
déchiqueté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déchiquetions
Παραδείγματα
Le document confidentiel a été déchiqueté avant d' être jeté.
Το εμπιστευτικό έγγραφο κομματιάστηκε πριν πεταχτεί.



























