chiqueter
de
de
chiqu
ʃik
shik
eter

Ορισμός και σημασία του "déchiqueter"στα γαλλικά

déchiqueter
01

σκίζω, κομματιάζω

déchirer ou réduire un objet ou un matériau en morceaux irréguliers ou lambeaux, souvent de manière brutale 
déchiqueter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déchiquète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déchiquetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déchiquèterai
παθητική μετοχή
déchiqueté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déchiquetions
Παραδείγματα
Il déchiquète le papier pour le recycler. 

Αυτός κομματιάζει το χαρτί για ανακύκλωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store