le déchet
Pronunciation
/deʃɛ/

Ορισμός και σημασία του "déchet"στα γαλλικά

Le déchet
[gender: masculine]
01

απόβλητα, σκουπίδια

reste sans valeur dans la fabrication ou transformation d'un produit
le déchet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
déchets
Παραδείγματα
Le fromage est fabriqué sans déchets inutiles.
Το τυρί παρασκευάζεται χωρίς άχρηστα απόβλητα.
02

απόβλητα, σκουπίδια

ce qui reste après usage, souvent inutile ou à jeter
Παραδείγματα
Ce produit réduit la quantité de déchets.
Αυτό το προϊόν μειώνει την ποσότητα των απορριμμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store