Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
débrouillard
01
ευρηματικός, έξυπνος
capable de se tirer d'une situation difficile grâce à son ingéniosité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus débrouillard
συγκριτικός βαθμός
plus débrouillard
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
débrouillard
αρσενικό πληθυντικό
débrouillards
θηλυκό ενικό
débrouillarde
θηλυκό πληθυντικό
débrouillardes
Παραδείγματα
Il est très débrouillard et trouve toujours une solution.
Είναι πολύ ευφυής και βρίσκει πάντα μια λύση.



























