Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dualité
01
coexistence de deux aspects, éléments ou réalités différents, souvent opposés , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ce roman explore la dualité entre le bien et le mal.



























