Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doué
01
ταλαντούχος, προικισμένος
qui a des capacités naturelles ou un talent particulier dans un domaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus doué
συγκριτικός βαθμός
plus doué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
doué
αρσενικό πληθυντικό
doués
θηλυκό ενικό
douée
θηλυκό πληθυντικό
douées
Παραδείγματα
Il est très doué pour les langues.
Είναι πολύ προικισμένος με τις γλώσσες.
02
ταλαντούχος, προικισμένος
qui possède naturellement une qualité, une capacité ou un avantage particulier
Παραδείγματα
Il est doué d'une grande sensibilité.
Είναι προικισμένος με μεγάλη ευαισθησία.



























