douzième
dou
du
doo
zième
zjɛm
zyem

Ορισμός και σημασία του "douzième"στα γαλλικά

01

δωδέκατος, δωδέκατος στη σειρά

qui vient après le onzième dans l'ordre ou dans le temps 
douzième definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
douzième
αρσενικό πληθυντικό
douzièmes
θηλυκό ενικό
douzième
θηλυκό πληθυντικό
douzièmes
Παραδείγματα
C'est mon douzième jour de vacances à la mer. 

Αυτή είναι η δωδέκατη μέρα των διακοπών μου στη θάλασσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store