Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doublé
01
μεταγλωττισμένος, μεταγλωττισμένη
film dont les voix ont été remplacées par celles d'une autre langue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
doublé
αρσενικό πληθυντικό
doublés
θηλυκό ενικό
doublée
θηλυκό πληθυντικό
doublées
Παραδείγματα
J'ai regardé un film doublé en français.
Είδα μια ταινία μεταγλωττισμένη στα γαλλικά.



























