Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dorer
01
επιχρυσώνω, καλύπτω με χρυσό
couvrir d'or ou d'une matière qui ressemble à l'or
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dorerai
παθητική μετοχή
doré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dorions
Παραδείγματα
Ils ont doré le cadre du miroir.
Επιχρύσωσαν το πλαίσιο του καθρέφτη.
02
χρυσώνω, ψήνω ελαφρά μέχρι να πάρει χρυσό χρώμα
cuire légèrement un aliment jusqu'à ce qu'il prenne une couleur dorée
Παραδείγματα
Elle a doré les oignons avant d'ajouter la viande.
Ψήμανε τα κρεμμύδια πριν προσθέσει το κρέας.
03
μαυρίζω, ηλιοθεραπεύομαι
prendre une couleur dorée ou bronzée sous l'effet du soleil
Παραδείγματα
Elle s'est doré la peau pendant les vacances.
Μαύρισε το δέρμα της κατά τις διακοπές.



























