Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dorer
01
επιχρυσώνω, καλύπτω με χρυσό
couvrir d'or ou d'une matière qui ressemble à l'or
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dorerai
παθητική μετοχή
doré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dorions
Παραδείγματα
L' église possède des portes dorées.
Η εκκλησία διαθέτει επιχρυσωμένες πόρτες.
02
χρυσώνω, ψήνω ελαφρά μέχρι να πάρει χρυσό χρώμα
cuire légèrement un aliment jusqu'à ce qu'il prenne une couleur dorée
Παραδείγματα
Les légumes ont doré parfaitement.
Τα λαχανικά χρυσοποίησαν τέλεια.
03
μαυρίζω, ηλιοθεραπεύομαι
prendre une couleur dorée ou bronzée sous l'effet du soleil
Παραδείγματα
Elle adore se dorer au soleil l' après-midi.
Αγαπά να μαυρίζει στον ήλιο το απόγευμα.



























