Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divulguer
01
αποκαλύπτω, διαρρέω
rendre public ou connu quelque chose qui était secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
divulgue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divulguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divulguerai
ενεστώτα μετοχή
divulguant
παθητική μετοχή
divulgué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divulguions
Παραδείγματα
Ils divulguent leurs plans pour l' avenir à leurs partenaires.
Αποκαλύπτουν τα σχέδιά τους για το μέλλον στους συνεργάτες τους.



























