divulguer
Pronunciation
/divylge/

Ορισμός και σημασία του "divulguer"στα γαλλικά

divulguer
01

αποκαλύπτω, διαρρέω

rendre public ou connu quelque chose qui était secret
divulguer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
divulgue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divulguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divulguerai
ενεστώτα μετοχή
divulguant
παθητική μετοχή
divulgué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divulguions
Παραδείγματα
Ils divulguent leurs plans pour l' avenir à leurs partenaires.
Αποκαλύπτουν τα σχέδιά τους για το μέλλον στους συνεργάτες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store