divulguer
di
di
di
vul
vʏl
vul
guer
ge
ge
divaguer

Ορισμός και σημασία του "divulguer"στα γαλλικά

divulguer
01

αποκαλύπτω, διαρρέω

rendre public ou connu quelque chose qui était secret 
divulguer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
divulgue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divulguons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divulguerai
ενεστώτα μετοχή
divulguant
παθητική μετοχή
divulgué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divulguions
Παραδείγματα
Il divulgue les informations confidentielles à la presse. 

Αποκαλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες στον τύπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store