divertir
di
di
di
ver
vɛʁ
ver
tir
tiʁ
tir

Ορισμός και σημασία του "divertir"στα γαλλικά

divertir
01

διασκεδάζω

s'occuper de manière agréable, se distraire pour oublier les soucis 
divertir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
divertis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divertissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divertirai
ενεστώτα μετοχή
divertissant
παθητική μετοχή
diverti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divertissions
Παραδείγματα
Elle aime se divertir en regardant des comédies. 

Της αρέσει να διασκεδάζει βλέποντας κωμωδίες.

02

διασκεδάζω, ψυχαγωγώ

amuser quelqu'un, lui faire passer un bon moment 
divertir definition and meaning
Παραδείγματα
Ce spectacle divertit beaucoup les enfants. 

Αυτή η παράσταση διασκεδάζει πολύ τα παιδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store