divertir
Pronunciation
/divɛʀtiʀ/

Ορισμός και σημασία του "divertir"στα γαλλικά

divertir
01

διασκεδάζω

s'occuper de manière agréable, se distraire pour oublier les soucis
divertir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
divertis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
divertissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
divertirai
ενεστώτα μετοχή
divertissant
παθητική μετοχή
diverti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
divertissions
Παραδείγματα
Je me divertis en lisant des romans policiers.
Διασκεδάζω διαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα.
02

διασκεδάζω, ψυχαγωγώ

amuser quelqu'un, lui faire passer un bon moment
divertir definition and meaning
Παραδείγματα
Les artistes ont réussi à divertir le public pendant deux heures.
Οι καλλιτέχνες κατάφεραν να διασκεδάσουν το κοινό για δύο ώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store