Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La distribution
01
καστ, διανομή
ensemble des acteurs et actrices choisis pour un film, une pièce ou une série
Παραδείγματα
La distribution change souvent entre la version originale et la reprise.
Η διανομή συχνά αλλάζει μεταξύ της αρχικής έκδοσης και της αναβίωσης.
02
διανομή, παράδοση
action de distribuer ou de livrer quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La distribution des médicaments a été retardée.
Η διανομή των φαρμάκων καθυστέρησε.
Λεξικό Δέντρο
redistribution
distribution
distribute



























