Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La distribution
01
καστ, διανομή
ensemble des acteurs et actrices choisis pour un film, une pièce ou une série
Παραδείγματα
La distribution du nouveau film comprend de grandes stars.
Το καστ της νέας ταινίας περιλαμβάνει μεγάλα αστέρια.
02
διανομή, παράδοση
action de distribuer ou de livrer quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La distribution des repas commencera à midi.
Η διανομή των γευμάτων θα ξεκινήσει το μεσημέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
redistribution
distribution
distribute



























