la distraction
Pronunciation
/distʀaksjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "distraction"στα γαλλικά

La distraction
[gender: feminine]
01

διασκέδαση, ψυχαγωγία

activité qui divertit ou amuse
la distraction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
distractions
Παραδείγματα
Pendant le vol, quelles distractions proposez -vous ?
Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ποιες διασκέδασεις προσφέρετε;

Λεξικό Δέντρο

distraction
traction
tract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store