disparaître
disparaître
dɪspaʁɛtʁ
disparetr

Ορισμός και σημασία του "disparaître"στα γαλλικά

disparaître
01

εξαφανίζομαι, χάνομαι

cesser d'exister ou cesser d'être visible 
disparaître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
disparais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
disparaissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
disparaîtrai
ενεστώτα μετοχή
disparaissant
παθητική μετοχή
disparu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
disparaissions
Παραδείγματα
Le chat a disparu derrière le canapé. 

Η γάτα εξαφανίστηκε πίσω από τον καναπέ.

02

εξαφανίζομαι, χάνομαι

ne plus exister ou être détruit 
Παραδείγματα
Beaucoup d'espèces animales ont disparu. 

Πολλά είδη ζώων έχουν εξαφανιστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store