Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disparaître
01
εξαφανίζομαι, χάνομαι
cesser d'exister ou cesser d'être visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
disparais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
disparaissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
disparaîtrai
ενεστώτα μετοχή
disparaissant
παθητική μετοχή
disparu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
disparaissions
Παραδείγματα
Le chat a disparu derrière le canapé.
Η γάτα εξαφανίστηκε πίσω από τον καναπέ.
02
εξαφανίζομαι, χάνομαι
ne plus exister ou être détruit
Παραδείγματα
Beaucoup d'espèces animales ont disparu.
Πολλά είδη ζώων έχουν εξαφανιστεί.



























