Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disparaître
01
εξαφανίζομαι, χάνομαι
cesser d'exister ou cesser d'être visible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
disparais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
disparaissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
disparaîtrai
ενεστώτα μετοχή
disparaissant
παθητική μετοχή
disparu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
disparaissions
Παραδείγματα
La neige disparaît au printemps.
Το χιόνι εξαφανίζεται την άνοιξη.
02
εξαφανίζομαι, χάνομαι
ne plus exister ou être détruit
Παραδείγματα
Les frontières culturelles disparaissent avec la mondialisation.
Τα πολιτισμικά σύνορα εξαφανίζονται με την παγκοσμιοποίηση.



























