Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discuter
01
συζητώ, συνομιλώ
parler avec une ou plusieurs personnes pour exprimer et écouter des opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
discute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
discutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
discuterai
ενεστώτα μετοχή
discutant
παθητική μετοχή
discuté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
discutions
Παραδείγματα
Ils discutent souvent de leurs projets ensemble.
Συχνά συζητούν για τα έργα τους μαζί.
02
συζητώ, διαφωνώ
examiner un sujet sérieusement en confrontant des arguments
Παραδείγματα
Ils ont discuté les avantages et les inconvénients du projet.
Συζήτησαν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του έργου.
03
να είναι συζητήσιμο, να είναι αμφισβητήσιμο
être ouvert à la discussion, à la remise en question
Παραδείγματα
Ce choix se discute, il n'est pas évident.
Αυτή η επιλογή συζητείται, δεν είναι προφανής.



























