Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dinde
[gender: feminine]
01
γυναίκα γαλοπούλα, κότα γαλοπούλας
femelle de la dinde, oiseau domestique élevé pour sa viande
Παραδείγματα
Elle prépare une farce spéciale pour la dinde.
Εκείνη προετοιμάζει μια ειδική γέμιση για την γαλοπούλα.
02
ανόητη, αδέξια
familièrement, personne un peu naïve ou maladroite
Παραδείγματα
Les enfants se moquaient gentiment de leur camarade dinde.
Τα παιδιά πείραζαν ευγενικά τον ανόητο συμμαθητή τους.



























