la dinde
dinde
dɛ̃d
ded
diode

Ορισμός και σημασία του "dinde"στα γαλλικά

01

γυναίκα γαλοπούλα, κότα γαλοπούλας

femelle de la dinde, oiseau domestique élevé pour sa viande 
la dinde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dinde
αρσενικό ενικό
dindon
θηλυκό ενικό
dinde
Παραδείγματα
Nous avons acheté une dinde pour le dîner de Noël. 

Αγοράσαμε μια γαλοπούλα για το δείπνο των Χριστουγέννων.

02

ανόητη, αδέξια

familièrement, personne un peu naïve ou maladroite 
Παραδείγματα
Arrête de te comporter comme une dinde. 

Σταμάτα να συμπεριφέρεσαι σαν dinde.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store