la diagonale
Pronunciation
/djaɡɔnˈal/

Ορισμός και σημασία του "diagonale"στα γαλλικά

01

διαγώνιος, διαγώνια γραμμή

ligne droite reliant deux sommets non adjacents d'une figure géométrique
la diagonale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
diagonales
Παραδείγματα
Les diagonales d' un losange se coupent à angle droit.
Οι διαγώνιοι ενός ρόμβου τέμνονται σε ορθή γωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store