Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deviner
01
μαντεύω, εκτιμώ
estimer ou anticiper quelque chose sans certitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
devine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
devinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
devinerai
ενεστώτα μετοχή
devinant
παθητική μετοχή
deviné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
devinions
Παραδείγματα
Peux - tu deviner combien il y a de bonbons dans le bocal ?
Μπορείς να μάντεψεις πόσα καραμέλα υπάρχουν στο βάζο;
02
μαντεύω, υποθέτω
découvrir ou comprendre quelque chose sans preuve directe
Παραδείγματα
J'ai deviné sa réponse avant qu'il ne parle.
Μάντεψα την απάντησή του πριν μιλήσει.



























