Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
créer
01
δημιουργώ, παράγω
faire ou produire quelque chose de nouveau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crée
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
créons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
créerai
ενεστώτα μετοχή
créant
παθητική μετοχή
créé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
créions
Παραδείγματα
Elle crée des sculptures en bois.
Αυτή δημιουργεί ξύλινα γλυπτά.



























