créer
créer
kʁe
kre
crier

Ορισμός και σημασία του "créer"στα γαλλικά

créer
01

δημιουργώ, παράγω

faire ou produire quelque chose de nouveau 
créer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crée
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
créons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
créerai
ενεστώτα μετοχή
créant
παθητική μετοχή
créé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
créions
Παραδείγματα
Elle crée des sculptures en bois. 

Αυτή δημιουργεί ξύλινα γλυπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store