la croissance
croissance
kʁwasɑ̃s
κρουασασ

Ορισμός και σημασία του "croissance"στα γαλλικά

01

ανάπτυξη, αύξηση

augmentation ou développement économique 
la croissance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
croissances
Παραδείγματα
La croissance économique du pays est rapide. 

Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας είναι γρήγορη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store