Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
critiquable
01
επικριτέος, αμφισβητήσιμος
qui peut être critiqué ou remis en question
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus critiquable
συγκριτικός βαθμός
plus critiquable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
critiquable
αρσενικό πληθυντικό
critiquables
θηλυκό ενικό
critiquable
θηλυκό πληθυντικό
critiquables
Παραδείγματα
Certaines méthodes employées sont critiquables.
Ορισμένες από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται είναι κριτικές.



























