le crayon
Pronunciation
/kʀɛjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "crayon"στα γαλλικά

01

μολύβι, μολύβι γραφίτη

objet pour écrire ou dessiner, avec une mine de graphite
le crayon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crayons
Παραδείγματα
Les enfants aiment colorier avec des crayons.
Τα παιδιά τους αρέσει να χρωματίζουν με μολύβια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store