la crapule
cra
kʁa
kra
pule
pʏl
pul
cellulecalculsamuëlmolécule

Ορισμός και σημασία του "crapule"στα γαλλικά

01

αχρείος, κακοποιός

personne vile,  sans morale , méprisable 
la crapule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crapules
Παραδείγματα
Ce banquier corrompu est une crapule. 

Αυτός ο διεφθαρμένος τραπεζίτης είναι ένας αχρείος.

02

απατεώνας, αγύρτης

personne qui trompe les autres pour profiter d'eux 
Παραδείγματα
Cette crapule a escroqué plusieurs clients. 

Αυτός ο απατεώνας εξαπάτησε πολλούς πελάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store