le cousin
cousin
kuzɛ̃
kooze
coussin

Ορισμός και σημασία του "cousin"στα γαλλικά

01

ξάδερφος, ξαδέρφη

enfant de l'oncle ou de la tante 
le cousin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cousins
Παραδείγματα
Mon cousin habite à Paris. 

Ο ξάδερφός μου ζει στο Παρίσι.

02

τιπούλα, μακροπόδαρο

insecte longiligne avec de longues pattes, appelé aussi tipule 
le cousin definition and meaning
Παραδείγματα
Une cousin vole près de la lampe ce soir. 

Ένα κουνούπι-γερανός πετάει κοντά στη λάμπα απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store