le coussin
coussin
kusĩ
koosi
cousin

Ορισμός και σημασία του "coussin"στα γαλλικά

01

μαξιλάρι, ανακλιντήριο

petit oreiller décoratif utilisé pour s'asseoir ou pour le confort 
le coussin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coussins
Παραδείγματα
Elle a mis un coussin rouge sur le canapé. 

Έβαλε ένα κόκκινο μαξιλάρι στον καναπέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store