Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le coupé
01
κουπέ, αυτοκίνητο με δύο πόρτες
voiture particulière à deux portes, souvent avec une ligne profilée et sportive, conçue pour le confort de deux ou quatre passagers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coupés
Παραδείγματα
Le coupé a un design élégant et aérodynamique.
Το κουπέ έχει κομψό και αεροδυναμικό σχεδιασμό.



























