Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
courbé
01
καμπύλος, λυγισμένος
qui n'est pas droit, qui présente une forme arquée ou inclinée vers l'intérieur ou l'extérieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus courbé
συγκριτικός βαθμός
plus courbé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
courbé
αρσενικό πληθυντικό
courbés
θηλυκό ενικό
courbée
θηλυκό πληθυντικό
courbées
Παραδείγματα
Les meubles au design courbé donnent une allure moderne à la pièce.
Τα έπιπλα με καμπύλο σχέδιο δίνουν μια μοντέρνα εμφάνιση στο δωμάτιο.



























