Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La coupure
01
κόψιμο, πληγή
blessure causée par un objet tranchant qui entaille la peau
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
coupures
Παραδείγματα
Il a une mauvaise coupure au doigt.
Έχει ένα κακό κόψιμο στο δάχτυλο.
02
διακοπή, διακοπή λειτουργίας
interruption temporaire d'un service ou d'un approvisionnement
Παραδείγματα
La coupure d'électricité a duré trois heures.
Η διακοπή ρεύματος διήρκησε τρεις ώρες.
03
αποκόμμα εφημερίδας, αποκόμμα τύπου
fragment découpé dans un journal, un livre ou un document
Παραδείγματα
J'ai gardé une coupure de journal sur cet événement.
Κράτησα μια εφημεριδοκολλήτρια για αυτό το γεγονός.
04
χαρτονόμισμα, ονομαστική αξία
billet de banque d'une valeur nominale spécifique
Παραδείγματα
Avez-vous une coupure de 10 euros ?
Έχετε ένα χαρτονόμισμα των 10 ευρώ;



























