Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le coup de soleil
[gender: masculine]
01
ηλιακό έγκαυμα, θερμοπληξία
brûlure de la peau causée par une exposition excessive au soleil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coups de soleil
Παραδείγματα
Les enfants sont plus sensibles au coup de soleil.
Τα παιδιά είναι πιο ευαίσθητα στο coup de soleil.



























