le coupable
cou
ku
koo
pable
pɑbl
paabl
capable

Ορισμός και σημασία του "coupable"στα γαλλικά

01

ένοχος, εγκληματίας

personne qui a commis une faute ou un crime 
le coupable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coupables
θηλυκό ενικό
coupable
Παραδείγματα
La police a arrêté le coupable. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον ένοχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store