le coupable
Pronunciation
/kupabl/

Ορισμός και σημασία του "coupable"στα γαλλικά

01

ένοχος, εγκληματίας

personne qui a commis une faute ou un crime
le coupable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
coupables
Παραδείγματα
Elle se sent coupable d' avoir menti.
Νιώθει ένοχη που είπε ψέματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store