Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le couloir
01
διάδρομος, προσπέλαση
espace long et étroit qui relie plusieurs pièces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
couloirs
Παραδείγματα
Le couloir mène à la salle de bains.
Ο διάδρομος οδηγεί στο μπάνιο.
02
λωρίδα, δρόμος
espace délimité utilisé dans différents sports où les athlètes doivent rester pendant la compétition
Παραδείγματα
Il court dans le couloir numéro quatre.
Τρέχει στον διάδρομο νούμερο τέσσερα.
03
λωρίδα, διάδρομος
voie réservée à un usage précis comme les avions ou certains véhicules
Παραδείγματα
L'avion roule sur le couloir avant le décollage.
Το αεροπλάνο κυλάει στον διάδρομο πριν από την απογείωση.
04
διάδρομος, κανάλι
passage naturel étroit entre des montagnes ou pour le passage de l'eau, du vent, etc.
Παραδείγματα
Ce couloir permet à l'eau de s'écouler vers la vallée.
Αυτός ο διάδρομος επιτρέπει στο νερό να ρέει προς την κοιλάδα.



























