corpulent
corpulent
kɔʁpylɑ̃
kawrpylaa

Ορισμός και σημασία του "corpulent"στα γαλλικά

01

χοντρός, στερεός

qui a un corps large et imposant 
corpulent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus corpulent
συγκριτικός βαθμός
plus corpulent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corpulent
αρσενικό πληθυντικό
corpulents
θηλυκό ενικό
corpulente
θηλυκό πληθυντικό
corpulentes
θεματικό πεδίο
physique, apparence, santé
Παραδείγματα
L'homme corpulent avait du mal à passer dans l'étroite porte. 

Ο χοντρός άνδρας δυσκολευόταν να περάσει από τη στενή πόρτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

corpulent
corpul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store