Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corpulent
01
χοντρός, στερεός
qui a un corps large et imposant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus corpulent
συγκριτικός βαθμός
plus corpulent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
corpulent
αρσενικό πληθυντικό
corpulents
θηλυκό ενικό
corpulente
θηλυκό πληθυντικό
corpulentes
Παραδείγματα
Le Père Noël corpulent descendit difficilement par la cheminée étroite.
Ο χοντρός Άγιος Βασίλης κατέβηκε με δυσκολία από το στενό τζάκι.
Λεξικό Δέντρο
corpulent
corpul



























