Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convaincu
01
πεπεισμένος, βεβαιωμένος
qui croit fermement à quelque chose, qui est sûr que c'est vrai
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus convaincu
συγκριτικός βαθμός
plus convaincu
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
convaincu
αρσενικό πληθυντικό
convaincus
θηλυκό ενικό
convaincue
θηλυκό πληθυντικό
convaincues
Παραδείγματα
Tu dois être convaincu avant de signer le contrat.
Πρέπει να είσαι πεπεισμένος πριν υπογράψεις τη σύμβαση.



























