Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La contribution
01
συνεισφορά, συμμετοχή
action d'apporter son aide, sa participation ou son soutien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
contributions
Παραδείγματα
Sa contribution au projet a été très utile.
Η συμβολή του στο έργο ήταν πολύ χρήσιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
contribution
contribute



























