Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La contraception
[gender: feminine]
01
αντισύλληψη, αντισυλληπτικά μέσα
ensemble des méthodes utilisées pour prévenir une grossesse
Παραδείγματα
L' éducation à la contraception est essentielle pour les adolescents.
Η εκπαίδευση για την αντισύλληψη είναι απαραίτητη για τους εφήβους.



























