Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le conteur
[gender: masculine]
01
αφηγητής, παραμυθάς
personne qui raconte des histoires, des récits ou des anecdotes, que ce soit à l'oral ou à l'écrit, souvent avec un talent particulier pour captiver son auditoire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conteurs
Παραδείγματα
Dans certaines cultures, le conteur joue un rôle central dans la transmission des légendes.
Σε ορισμένες κουλτούρες, ο αφηγητής παίζει κεντρικό ρόλο στη μετάδοση των θρύλων.



























