Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contester
01
αμφισβητώ, αντιτίθεμαι
refuser d'accepter quelque chose, en douter ou s'y opposer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contesterai
ενεστώτα μετοχή
contestant
παθητική μετοχή
contesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contestions
Παραδείγματα
Les manifestants contestent la légitimité du gouvernement.
Οι διαδηλωτές αμφισβητούν τη νομιμότητα της κυβέρνησης.



























