contester
Pronunciation
/kɔ̃tɛste/

Ορισμός και σημασία του "contester"στα γαλλικά

contester
01

αμφισβητώ, αντιτίθεμαι

refuser d'accepter quelque chose, en douter ou s'y opposer
contester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contesterai
ενεστώτα μετοχή
contestant
παθητική μετοχή
contesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contestions
Παραδείγματα
Les manifestants contestent la légitimité du gouvernement.
Οι διαδηλωτές αμφισβητούν τη νομιμότητα της κυβέρνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store