contester
contester
kɔ̃tɛste
kawteste
contentercontactercontrasterconsister

Ορισμός και σημασία του "contester"στα γαλλικά

contester
01

αμφισβητώ, αντιτίθεμαι

refuser d'accepter quelque chose, en douter ou s'y opposer 
contester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
contestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
contesterai
ενεστώτα μετοχή
contestant
παθητική μετοχή
contesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
contestions
Παραδείγματα
L'avocat a contesté la décision du juge. 

Ο δικηγόρος αμφισβήτησε την απόφαση του δικαστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store