Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consulter
01
συμβουλεύομαι, ρωτώ
demander un avis ou une information à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
consulte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
consultons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
consulterai
ενεστώτα μετοχή
consultant
παθητική μετοχή
consulté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
consultions
Παραδείγματα
Je vais consulter un expert avant de décider.
Πρόκειται να συμβουλευτώ έναν ειδικό πριν αποφασίσω.
02
συμβουλεύομαι, πηγαίνω σε γιατρό
aller voir un professionnel, surtout un médecin, pour un conseil ou un examen
Παραδείγματα
Je dois consulter un médecin demain.
Πρέπει να συμβουλευτώ έναν γιατρό αύριο.
03
συμβουλεύομαι, κοιτάζω
regarder un document ou une source pour trouver une information
Παραδείγματα
Je consulte toujours le dictionnaire quand je ne comprends pas un mot.
Πάντα συμβουλεύομαι το λεξικό όταν δεν καταλαβαίνω μια λέξη.
04
εξετάζω, συμβουλεύομαι
examiner un patient pour savoir ce qu'il a
Παραδείγματα
Le médecin consulte plusieurs patients chaque jour.
Ο γιατρός εξετάζει αρκετούς ασθενείς κάθε μέρα.



























