Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
constant
01
σταθερός, συνεχής
qui dure sans interruption, qui reste le même dans le temps
Παραδείγματα
Il montre un effort constant dans son travail.
Δείχνει σταθερή προσπάθεια στη δουλειά του.
02
σταθερός
qui reste fidèle, qui ne change pas d'attitude ou de position, surtout dans ses convictions ou ses efforts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus constant
συγκριτικός βαθμός
plus constant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
constant
αρσενικό πληθυντικό
constants
θηλυκό ενικό
constante
θηλυκό πληθυντικό
constantes
Παραδείγματα
Elle est constante dans ses principes moraux.
Είναι σταθερή στις ηθικές της αρχές.
Λεξικό Δέντρο
inconstant
constant
const



























