conserver
conserver
kɔ̃sɛʁve
kawserve

Ορισμός και σημασία του "conserver"στα γαλλικά

conserver
01

διατηρώ, συντηρώ

préserver des denrées comestibles 
conserver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conserve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
conservons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conserverai
ενεστώτα μετοχή
conservant
παθητική μετοχή
conservé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conservions
Παραδείγματα
Ma grand-mère conserve des confitures maison. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store