Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conserver
01
διατηρώ, συντηρώ
préserver des denrées comestibles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
conserve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
conservons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
conserverai
ενεστώτα μετοχή
conservant
παθητική μετοχή
conservé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
conservions
Παραδείγματα
Nous conservons les fruits secs dans des bocaux en verre.



























